1. Η προϊουστινιάνεια αρχιτεκτονική
1.1. Βασιλική: ο κυρίαρχος αρχιτεκτονικός τύπος Η ναοδομία του 4ου αιώνα χαρακτηρίζεται γενικά από ποικιλία αρχιτεκτονικών συνδυασμών, καθώς γίνεται προσπάθεια να προσαρμοστούν γνωστές αρχιτεκτονικές μορφές στις λειτουργικές απαιτήσεις της νέας θρησκείας. Ωστόσο, από το δεύτερο μισό του αιώνα, η γίνεται το επικρατέστερο κτήριο, καθώς η δυνατότητα για μεγάλες διαστάσεις που πρόσφερε ο συγκεκριμένος τύπος ανταποκρινόταν στην ανάγκη για ευρύχωρο εσωτερικό των χριστιανικών λατρευτικών κτηρίων, όπου η παρακολούθηση της λειτουργίας επέβαλλε τη συγκέντρωση του πλήθους των πιστών. Για την επιλογή της βασιλικής ως κτηρίου για τη χριστιανική λατρεία έχουν γίνει διάφορες υποθέσεις. Ορισμένες φορές ο ρόλος του ίδιου του Κωνσταντίνου στην επιλογή αυτή υπερτιμάται, είναι όμως πολύ πιθανό οι αυτοκρατορικοί συμβολισμοί της βασιλικής ως δημόσιου ρωμαϊκού κτηρίου να κληροδοτήθηκαν στη χριστιανική παραλλαγή του τύπου, ιδίως στις περιπτώσεις, που, όπως συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό στην Κωνσταντινούπολη, οι χριστιανικοί ναοί ήταν και αυτοκρατορικά καθιδρύματα.1 Σε γενικές γραμμές, πάντως, η επιλογή και η διαμόρφωση του αρχιτεκτονικού αυτού τύπου ερμηνεύεται από τους ερευνητές σε σχέση με τις ανάγκες που υπαγόρευε η παγίωση του λειτουργικού τυπικού με την ενσωμάτωση πολλών στοιχείων του ρωμαϊκού αυτοκρατορικού τυπικού.2 Παρόλο που πρόκειται για μια εύλογη υπόθεση, δε συμφωνούν όλοι οι ερευνητές σχετικά με τη λειτουργικότητα της βασιλικής, και πολύ περισσότερο εφόσον αγνοούμε σε μεγάλο βαθμό το τυπικό της πρωτοβυζαντινής λειτουργίας.3 1.2. Τα μνημεία του 4ου αιώνα Φαίνεται ότι ο Κωνσταντίνος (307-337) δεν ανέπτυξε στην Κωνσταντινούπολη ένα πραγματικό πρόγραμμα χριστιανικών οικοδομημάτων, όπως είχε κάνει στην περίπτωση της Ιερουσαλήμ. Σε διάφορες μεταγενέστερες πηγές αρκετά οικοδομήματα αποδίδονται στο Μεγάλο Κωνσταντίνο (εκτός από την Αγία Ειρήνη, τους Αγίους Αποστόλους και την Αγία Σοφία, αναφέρονται επίσης ο Άγιος Ακάκιος, που καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα, η μαρτυριακή βασιλική του Άγιου Μώκιου, ο Άγιος Αγαθόνικος, ο Άγιος Μηνάς, το Μιχαήλιον του Ανάπλου και η Αγία Δύναμις), φαίνεται όμως ότι πρόκειται για μεταγενέστερες απόπειρες να αναδειχθεί η παλαιότητα ή η σπουδαιότητα ορισμένων μνημείων με τη σύνδεσή τους με τον Κωνσταντίνο, είτε να αποδοθεί στον Κωνσταντίνο ένα χριστιανικό οικοδομικό πρόγραμμα ανάλογο εκείνων του Θεοδοσίου Β΄ και της Πουλχερίας ή, πολύ περισσότερο, του Ιουστινιανού Α΄.4 Σε γενικές γραμμές οι ναοί του 4ου αιώνα, εκτός ίσως από την Αγία Ειρήνη, θα πρέπει να αποδοθούν στους διαδόχους του Κωνσταντίνου. Πάντως, από τους ναούς αυτής της περιόδου στην Κωνσταντινούπολη δεν έχει σωθεί τίποτα, και λίγα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν σχετικά με την αρχιτεκτονική τους. Θα πρέπει να υπήρχε μια σχετική ποικιλομορφία ως προς τα χαρακτηριστικά και τη διευθέτηση των βασιλικών. Το παράδειγμα των Αγίων Αποστόλων, που ήταν ναός σταυρόσχημος κατά την επικρατέστερη άποψη, μαρτυρά ενδεχομένως ότι οι αναζητήσεις στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική δεν ήταν μόνο προς την κατεύθυνση της παγίωσης ενός ορισμένου τύπου, αλλά και προς την αναζήτηση νέων μορφών. Η Αγία Ειρήνη, ο πρώτος καθεδρικός της νέας πρωτεύουσας, πολύ κοντά στο συγκρότημα των ανακτόρων και στον Ιππόδρομο, πρέπει να ήταν ξυλόστεγη βασιλική. Κατά πάσα πιθανότητα περικλειόταν σε κοινό περίβολο με τον ελαφρώς μεταγενέστερο ναό της Αγίας Σοφίας. Καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της Στάσης του Νίκα το 532 και ξαναχτίστηκε στο πλαίσιο του οικοδομικού προγράμματος του Ιουστινιανού Α΄. Ξυλόστεγη βασιλική, ενδεχομένως , με και πιθανότατα στη δυτική πλευρά ήταν και η Μεγάλη Εκκλησία, όπως ονομαζόταν ο αρχικός ναός της Αγίας Σοφίας.5 Ο ναός αυτός εγκαινιάστηκε το 360, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Κωνστάντιος Β΄ (337-361). Καταστράφηκε από πυρκαγιά το 404.6 Το 415 εγκαινιάστηκε ο νέος ναός της Αγίας Σοφίας, που είχε επισκευαστεί από το Θεοδόσιο Β΄. Ο ναός των Αγίων Αποστόλων,7 κοντά στο σημείο όπου ο βορειοδυτικός βραχίονας της Μέσης οδού συναντούσε το κωνσταντίνειο τείχος της πόλης, ξαναχτίστηκε κι αυτός το 536-550 από τον Ιουστινιανό Α΄. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία αναφέρεται ενίοτε ως ο ναός που εισήγαγε ένα νέο τύπο σταυρόσχημου μαρτυρίου, όμως αυτή η άποψη δεν υποστηρίζεται από τα συμπεράσματα της νεότερης έρευνας. Το κωνσταντίνειο κτίσμα που όντως προοριζόταν, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, για μαυσωλείο του αυτοκράτορα και μαρτύριο των Αποστόλων ταυτόχρονα (καθώς ήταν επιδίωξη του Κωνσταντίνου να λατρεύεται ως δέκατος τρίτος απόστολος, σε μια εκχριστιανισμένη εκδοχή της μεταθανάτιας αποθέωσης του Ρωμαίου αυτοκράτορα) ήταν κατά πάσα πιθανότητα ένα κυκλικής (ή οκταγωνικής) κάτοψης κτήριο, που δεν ήταν ασύνηθες στην τυπολογία των μαυσωλείων και των μαρτυρίων. Επί Κωνσταντίου Β΄ χτίστηκε ένας ναός δίπλα στο μαυσωλείο του Κωνσταντίνου, διαχωρίζοντας το αυτοκρατορικό μαυσωλείο από το ναό των Αγίων Αποστόλων. Εικάζεται ότι αυτό το δεύτερο κτίσμα ήταν σταυρόσχημο, με ίσου μήκους κεραίες, εκ των οποίων καθεμιά θα ήταν μια δρομική, ίσως τρίκλιτη, βασιλική.8 Το όλο συγκρότημα βρισκόταν στο κέντρο μιας μεγάλης αυλής και περιβαλλόταν από αίθουσες συγκεντρώσεων και λουτρά. Η εσωτερική διακόσμηση του ναού περιγράφεται από τον Ευσέβιο πλούσια, με επιχρυσωμένη οροφή και στους τοίχους. 1.3. Τα μνημεία του 5ου αιώνα Επί Θεοδοσίου Β΄ (408-450) πολλαπλασιάζεται η οικοδόμηση μοναστηριών και εκκλησιών στην Κωνσταντινούπολη. Η Notitia Urbis Constantinopolitanae, που συντάχθηκε κατά πάσα πιθανότητα στο δεύτερο τέταρτο του 5ου αιώνα, καταγράφει 14 εκκλησίες στην πόλη.9 Ωστόσο, από τον 5ο αιώνα δε σώζονται σημαντικά κατάλοιπα βασιλικών. Πρόκειται κυρίως για τη βασιλική του Στουδίου (Imrahor Camii), που ήταν το καθολικό της μονής των Ακοιμήτων, στη συνοικία της Ψαμαθίας, κοντά στις ακτές του Μαρμαρά και βορειοανατολικά της Χρυσής Πύλης του θεοδοσιανού χερσαίου τείχους. Ο ναός ήταν αφιερωμένος στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ιδρύθηκε από το συγκλητικό Ιωάννη Στούδιο περί τα μέσα του 5ου αιώνα.10 Αν και ερειπωμένος, διατηρεί πολλά στοιχεία από την αρχική μορφή του και την ανωδομή του, που μας βοηθούν να ανασυνθέσουμε μια σαφή εικόνα του. Ήταν μια τρίκλιτη βασιλική με υπερώα, αίθριο και . Ο άξονας του μήκους είναι ελάχιστα τονισμένος σε σχέση με το πλάτος, με αποτέλεσμα η κάτοψη να σχηματίζεται σχεδόν τετράγωνη. Από την επίσης τρίκλιτη βασιλική της Παναγίας των Χαλκοπρατείων,11 που βρισκόταν κοντά στην Αγία Σοφία, σώζονται ελάχιστα κατάλοιπα. Πρόκειται για μια βασιλική με πολλές ομοιότητες με τη βασιλική του Στουδίου, αν και σαφώς μεγαλύτερων διαστάσεων. Κι εδώ επίσης οι αναλογίες δίνουν μια σχεδόν τετράγωνη κάτοψη. Στη βορειοδυτική γωνία του αιθρίου ήταν προσαρτημένο ένα οκταγωνικό κτίσμα, πιθανότατα βαπτιστήριο. Άλλη μία βασιλική που φαίνεται ότι ακολουθούσε το ίδιο σχέδιο είχε ανασκαφεί στον προαύλιο χώρο του Topkapı Saray.12 Μικρότερων διαστάσεων από τις άλλες δύο, ακολουθούσε τις ίδιες αναλογίες και πιθανότατα παρόμοια διάταξη. Έχουν ανασκαφεί τα ίχνη και , προσφέροντας ένα από τα πρωιμότερα παραδείγματα τέτοιων λειτουργικών κατασκευών στη ναοδομία της πρωτεύουσας. Η θεοδοσιανή Αγία Σοφία,13 που καταστράφηκε από πυρκαγιά στη Στάση το Νίκα το 532, ήταν πεντάκλικτη βασιλική με υπερώα. Η δυτική πλευρά, της εισόδου, διαμορφωνόταν με ένα μνημειακό , τμήματα του οποίου έχουν ανασκαφεί, ενώ στη βορειοανατολική γωνία του ναού στεκόταν ένα ανεξάρτητο περίκεντρο κτίσμα που φαίνεται ότι αποτελούσε . Για τα κατάλοιπα αυτά του προϊουστινιάνειου ναού, αν και θεωρείται γενικώς ότι ανήκουν στο θεοδοσιανό ναό, έχει υποστηριχθεί επίσης μια πρωιμότερη χρονολόγησή τους στον 4ο αιώνα. Η τοιχοδομία, αποκλειστικά από πλίνθους, μπορεί ενδεχομένως να αναχθεί στην κωνσταντίνεια περίοδο, αλλά η διαφορά από την εναλλαγή σειρών δόμων και πλίνθων που συναντάμε στην τοιχοδομία του θεοδοσιανού χερσαίου τείχους της Κωνσταντινούπολης δεν είναι αρκετή για να στηρίξει μια τέτοια χρονολόγηση, αφού μάλιστα αμιγή πλινθοδομή συναντάμε και στην Παναγία των Χαλκοπρατείων, που χρονολογείται στον 5ο αιώνα. 1.4. Γενικά συμπεράσματα Για τον 4ο αιώνα, από τον οποίο δε σώζονται μνημεία, μπορούμε να κάνουμε μόνο κάποιες υποθέσεις. Τον 5ο αιώνα, όμως, φαίνεται ότι παγιώνονται κάποια χαρακτηριστικά για τις κωνσταντινουπολίτικες βασιλικές. Η κύρια είσοδος στη δυτική πλευρά εξαίρεται με ένα αίθριο (βασιλική του Στουδίου, Παναγία των Χαλκοπρατείων) ή, στην περίπτωση της Αγίας Σοφίας, ένα μνημειακό πρόπυλο. Στη βασιλική του Topkapı το αίθριο υποκαθίσταται από ένα ελαφρώς μετατοπισμένο ως προς τον άξονα του ναού προαύλιο. Ο νάρθηκας γίνεται σταθερό χαρακτηριστικό της βασιλικής, καθώς τον βρίσκουμε και στις τρεις βασιλικές των οποίων γνωρίζουμε την κάτοψη. Στη βασιλική του Στουδίου και στην Παναγία των Χαλκοπρατείων διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για ένα πρωιμότερο στάδιο στην εξέλιξη αυτού του αρχιτεκτονικού μέρους, καθώς η ανατολική πλευρά του αιθρίου διαμορφώνεται σε νάρθηκα,14 ενώ στη βασιλική του Topkapı ο νάρθηκας είναι πλέον ανεξάρτητος από το προαύλιο, προσαρτημένος στο ναό. Τα υπερώα φαίνεται επίσης ότι υπήρχαν σε τουλάχιστον τρεις από τις τέσσερις περιπτώσεις, και στη βασιλική του Topkapı, όπου δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την ύπαρξή τους, οι τοίχοι οπωσδήποτε είχαν αρκετό πάχος, ώστε να στηρίξουν το βάρος.15 Επιπλέον, στη βασιλική του Στουδίου, όπου επιβιώνει τμήμα των υπερώων, βλέπουμε ότι οι πιστοί δεν είχαν πρόσβαση σε αυτά από το εσωτερικό, αλλά με κλίμακες απευθείας από το εξωτερικό της εκκλησίας. Στην ανατολική πλευρά των βασιλικών προβάλλει η , τρίπλευρη (βασιλική του Στουδίου, Παναγία των Χαλκοπρατείων) ή πεντάπλευρη (βασιλική του Topkapı) στην εξωτερική πλευρά και ημικυκλική στο εσωτερικό. Δεν υπάρχουν όμως παστοφόρια ή παραβήματα που να πλαισιώνουν την αψίδα. Στην Αγία Σοφία ο χώρος που περιγράφεται ως σκευοφυλάκιο (και ο οποίος έχει επιβιώσει από την προϊουστινιάνεια περίοδο του μνημείου) είναι ένα ξεχωριστό περίκεντρο κτίσμα με κάτοψη ακανόνιστου δωδεκάπλευρου στη βορειοανατολική γωνία του ναού.16 Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό είναι ότι εκατέρωθεν της αψίδας στον ανατολικό τοίχο των βασιλικών στης Κωνσταντινούπολης ανοίγονται είσοδοι προς το βόρειο και το νότιο κλίτος αντίστοιχα, οι οποίες παρουσιάζονται στις κατόψεις της βασιλικής του Στουδίου και της Παναγίας των Χαλκοπρατείων. Στο εσωτερικό ο χώρος του ιερού ορίζεται από το . Στη βασιλική του Στουδίου ήταν λίθινο· σώζεται ο στυλοβάτης σε σχήμα Π, όπου πακτώνονταν οι πεσσοί μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονταν . Στην Παναγία των Χαλκοπρατείων το φράγμα θα ήταν ένα ευθύγραμμο, χαμηλό κιγκλίδωμα. Στη μικρή βασιλική του Topkapı έχει προταθεί η άποψη ότι το ιερό καταλάμβανε έναν ενιαίο σε όλο το πλάτος της βασιλικής χώρο προσαρτημένο στην ανατολική πλευρά του ναού, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την τεκμηρίωση της υπόθεσης· και στην περίπτωση που ίσχυε, όμως, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για κάποια εσωτερική διαίρεση του ιερού. Γενικώς η τριμερής διαίρεση του ιερού δεν υποστηρίζεται από τα υπάρχοντα στοιχεία για τις κωνσταντινουπολίτικες βασιλικές του 5ου αιώνα.17 Το εσωτερικό της αψίδας καταλαμβάνεται από ένα , μπροστά από το οποίο, και ενίοτε πάνω από κρύπτη, τοποθετείται η (βασιλική του Στουδίου, Παναγία των Χαλκοπρατείων). Η θέση του άμβωνα ήταν κεντρικά στο μεσαίο κλίτος (Αγία Σοφία, βασιλική του Topkapı)· στη βασιλική του Topkapı σώζεται επίσης η σολέα που ένωνε τον άμβωνα με το ιερό. Η τάση της αισθητικής είναι προς το αντικλασικό πνεύμα. Στα γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη, ιδίως στα κιονόκρανα, φαίνεται η τάση για σχηματοποίηση και διακοσμητικότητα. Στα κορινθιακά κιονόκρανα από την προϊουστινιάνεια Αγία Σοφία, για παράδειγμα, η άκανθα γίνεται σχηματική και γεωμετρική, δείχνοντας μια στροφή προς την αφαιρετικότητα. Σε αντίστοιχα μέλη της βασιλικής του Στουδίου διαπιστώνουμε το ίδιο φαινόμενο. Επιπλέον, η εκτεταμένη χρήση τρυπάνου δημιουργεί έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς και καταργεί την πλαστικότητα. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ορισμένα στοιχεία της κλασικής παράδοσης επιβιώνουν στη ναοδομία της πρωτεύουσας: τα επιστύλια των κιονοστοιχιών της βασιλικής του Στουδίου παραμένουν ευθύγραμμα, με θριγκό κλασικής διάρθρωσης. Ομοίως, ο του μνημειακού προπύλου της προϊουστινιάνειας Αγίας Σοφίας δείχνει την επιβίωση ενός κλασικού προτύπου, παρά τη γενικότερη αντικλασική τάση στην αρχιτεκτονική γλυπτική.18 2. Ιουστινιάνεια αρχιτεκτονική Από το δεύτερο τρίτο του 6ου αιώνα, και κυρίως στα χρόνια του Ιουστινιανού Α΄ (527-565), αναπτύσσεται ένα χριστιανικό οικοδομικό πρόγραμμα χωρίς προηγούμενο, κατά τη διάρκεια του οποίου παρατηρείται σημαντική μεταβολή της σύνθεσης στις κατόψεις και στον τρόπο στέγασης. Ο τύπος της ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώα επιβιώνει στην περίπτωση του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου (518/519), εφαπτόμενος με το βόρειο τοίχο του οποίου χτίστηκε ο περίκεντρος ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, με κοινό αίθριο και νάρθηκα· ο ναός ανήκε στο ανάκτορο του Ορμίσδα (κατοικία του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας πριν από το 527), νοτιοδυτικά του Ιπποδρόμου και κοντά στην ακτή του Μαρμαρά. Ωστόσο, ο τύπος αυτός υποχωρεί καθώς αναδύεται ένας νέος, αυτός της , που είχε άμεση σχέση με τις σημαντικές αλλαγές στη θολοδομία και σημάδεψε την εξέλιξη της βυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το συμβολικό της περιεχόμενο. Πέραν όμως του συστήματος στέγασης, δεν παρατηρούνται δραστικές αλλαγές στα στοιχεία εκείνα (αίθριο, νάρθηκας, κλίτη και υπερώα) που θα μαρτυρούσαν αλλαγές στη Λειτουργία και κατά συνέπεια στη διάταξη των χώρων, στο βαθμό βέβαια που η εσωτερική αυτή διαμόρφωση ανταποκρίνεται σε λειτουργικές ανάγκες, όπως υποστηρίζει ο T. F. Mathews. Στο χώρο του πρεσβυτερίου μόνο το φράγμα γίνεται πιο αδιαφανές, με παραπετάσματα (τα βήλα) να καλύπτουν τα μεταξύ των πεσσών διαστήματα πάνω από τα θωράκια. Η αλλαγή αυτή προαναγγέλλει τη μετατροπή του φράγματος σε στη βυζαντινή αρχιτεκτονική, όταν το ιερό διαχωρίζεται πλέον σαφώς από τον εσωτερικό χώρο του ναού και σημαντικό μέρος της Λειτουργίας τελείται μακριά από τα μάτια των πιστών.19 Κατά τα άλλα, η διαμόρφωση του χώρου του ιερού δεν παρουσιάζει αλλαγές σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε στον περίκεντρο ναό της Αγίας Ευφημίας: Πρόκειται για ένα εξαγωνικό κτίσμα με αψίδα σε κάθε πλευρά, που ανεγέρθηκε το 429 ως τμήμα του παλατιού του Αντιόχου. Γύρω στα 608-626 το περίκεντρο κτήριο μετατράπηκε σε ναό· από την περίοδο αυτή μας σώζονται κατάλοιπα του συνθρόνου, του φράγματος του πρεσβυτερίου (σε σχήμα Π) και της σολέας στο χώρο του ιερού.20
2.1. Το νέο σύστημα στέγασης με τρούλο Οι κατόψεις των ναών του 6ου αιώνα τείνουν προς το τετράγωνο, συνεχίζοντας την εξέλιξη του 5ου αιώνα. Εσωτερικά, η διάταξη χτιστών πεσσών εξυπηρετεί στη δημιουργία τόξων που μπορούσαν να στηρίξουν τη στεφάνη του , μεταφέροντας τις ωθήσεις στους εξωτερικούς ισχυρούς τοίχους. Επιπλέον, οι θόλοι γίνονται πλέον με οπτόπλινθους και ισχυρό κονίαμα, καθιστώντας τις κατασκευές ελαφρότερες. Στην ιουστινιάνεια Αγία Σοφία, που εγκαινιάστηκε το 537, το αριστούργημα και αποκορύφωμα της αρχιτεκτονικής του 6ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, τέσσερις ογκώδεις χτιστοί πεσσοί στηρίζουν ισάριθμα τόξα. Στη βόρεια και στη νότια πλευρά πρόκειται για απλά τόξα, και μεταξύ των πεσσών διαμορφώνονται κιονοστοιχίες (από τέσσερις κίονες στον κάτω όροφο και από έξι στα υπερώα) που στηρίζουν μεγάλα τύμπανα διάτρητα από τοξωτά παράθυρα. Στην ανατολική και στη δυτική πλευρά πρόκειται ουσιαστικά για κόγχες που απολήγουν σε , τα οποία με τη σειρά τους διευρύνονται κάτω με δύο διώροφες ημικυκλικές κόγχες το καθένα· οι κόγχες αυτές στηρίζονται στους μεγάλους πεσσούς και σε μικρότερους κοντά στον ανατολικό και δυτικό τοίχο αντίστοιχα. Τα τεταρτοσφαίρια μεταφέρουν μέρος των ωθήσεων του τρούλου στους δευτερεύοντες αυτούς πεσσούς. Ο τρούλος εδράζεται πάνω στα τέσσερα τόξα που συνδέουν τους τέσσερις κεντρικούς πεσσούς. Μεταξύ των τόξων διαμορφώνονται ισάριθμα , τα οποία βοηθούν στη μετάβαση από το κεντρικό τετράγωνο που ορίζουν οι πεσσοί στην κυκλική βάση του τρούλου. Ο ιουστινιάνειος τρούλος (που κατέρρευσε ήδη το 558) δεν είχε κυλινδρικό · το ημισφαίριο εδραζόταν απευθείας πάνω στα τόξα και στη βάση του ανοίγονταν, μεταξύ των νευρώσεων, τοξωτά παράθυρα για το φωτισμό της εκκλησίας.21 Παρόμοιο και, στην πραγματικότητα, προδρομικό σύστημα στήριξης του τρούλου σε τέσσερα τόξα που εδράζονται σε ισάριθμους ισχυρούς κτιστούς πεσσούς είχε εφαρμοστεί, σύμφωνα με το R. M. Harrison, στο ναό του Αγίου Πολυεύκτου, που βρισκόταν επί της Μέσης, ανάμεσα στο φόρουμ του Ταύρου και στο ναό των Αγίων Αποστόλων, και του οποίου κατάλοιπα ανασκάφηκαν στην περιοχή Saraçhane·22 ο ναός ανεγέρθηκε από την Ιουλιανή Ανικία, απόγονο της δυναστείας του Θεοδοσίου και πολιτική αντίπαλο του Ιουστινιανού, μεταξύ 524 και 527. Με την Αγία Σοφία ο Ιουστινιανός προσπάθησε ακριβώς να ξεπεράσει την πρόκληση της Ανικίας, της οποίας το καθίδρυμα αποτελούσε το λαμπρότερο έως τότε ναϊκό οικοδόμημα στην πρωτεύουσα.23 Ένας άλλος προδρομικός της Αγίας Σοφίας τρουλαίος ναός από τα χρόνια του Ιουστινιανού είναι αυτός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (Küçük Aya Sofya Camii), που χτίστηκε μεταξύ 530 και 536. Στο ναό αυτό, όμως, που έχει εξωτερικά ακανόνιστο τετράγωνο σχήμα, το εσωτερικό διαμορφώνεται σε οκτάγωνο με τη βοήθεια οκτώ πεσσών. Τα οκτώ τόξα που συνδέουν αυτούς τους πεσσούς στηρίζουν ένα δεκαεξάπλευρο τρούλο· από τις πλευρές που αντιστοιχούν στους πεσσούς εκκινούν λεπτοί εγκάρσιοι τοίχοι που συνδέουν τον τρούλο με τους εξωτερικούς τοίχους του τετραγώνου, μεταφέροντας μέρος από τις ωθήσεις του θόλου στους εξωτερικούς τοίχους.24 Αυτό που εντυπωσιάζει στην περίπτωση τόσο της Αγίας Σοφίας όσο και των Αγίων Σεργίου και Βάκχου είναι ότι ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός τους ήταν εξαιρετικά φιλόδοξος σε σχέση με τους περιορισμούς που επέβαλλε η έλλειψη εμπειρίας σε ανάλογες κατασκευές. Είναι εξάλλου γνωστή η πλούσια θεωρητική κατάρτιση του Ανθεμίου, που μαζί με τον Ισίδωρο το Μιλήσιο σχεδίασε την Αγία Σοφία.25 Η αμέλεια στην εκτέλεση του αρχιτεκτονικού σχεδίου του ναού των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, που φαίνεται και στην ακανόνιστη κάτοψη του κτηρίου, αλλά και η κατάρρευση σε σύντομο χρονικό διάστημα πολλών αρχιτεκτονικών στοιχείων, όπως ο αρχικός τρούλος της Αγίας Σοφίας, δείχνουν σε ποιο βαθμό τα φιλόδοξα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια δε συμβάδιζαν με την οικοδομική εμπειρία της περιόδου.26 Εξάλλου, τέτοιες τολμηρές αρχιτεκτονικές λύσεις δε συνέχισαν να εφαρμόζονται πέρα από τα μέσα του 6ου αιώνα. Σύντομα οι αρχιτέκτονες στράφηκαν σε πιο απλές αρχιτεκτονικές συνθέσεις, που ήταν ευκολότερες στην κατασκευή και δεν έθεταν πολλά στατικά προβλήματα.
Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της εποχής του Ιουστινιανού στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο ναός των Αγίων Αποστόλων (550), πλήρως κατεστραμμένος σήμερα27 και γνωστός από περιγραφές των πηγών (Προκόπιος, Κωνσταντίνος Ρόδιος, Νικόλαος Μεσσαρίτης) και από μνημεία που θεωρείται ότι τον αντέγραψαν (Άγιος Ιωάννης Θεολόγος στην Έφεσο και Άγιος Μάρκος στη Βενετία). Ο ναός χτίστηκε πάνω στον κωνσταντίνειο κι ακολούθησε την κάτοψη του ελεύθερου σταυρού που είχε κι εκείνος. Παλαιότερα θεωρούνταν ότι κάθε κεραία ήταν μία τρίκλιτη βασιλική με υπερώα και τρούλο· ένας πέμπτος τρούλος, ψηλότερος από τους άλλους τέσσερις, στέγαζε το χώρο πάνω από τη διασταύρωση των κεραιών. Πρόσφατες ανασκαφές του Ken Dark στο χώρο του Fatih Camii έφεραν στο φως νέα στοιχεία. Με βάση αυτά, ο Dark προτείνει την κάτοψη μιας ευρείας βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος που προεκτείνεται πέραν των πλάγιων τοίχων, δίνοντας στο μνημείο σταυρόσχημη κάτοψη. Ένα σταυρόσχημο μαυσωλείο για τον Ιουστινιανό χτίστηκε στη βορειοανατολική γωνία.28 2.2. Η απλοποίηση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού Η απλοποίηση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της Αγίας Σοφίας φαίνεται ήδη στο ναό της Αγίας Ειρήνης, που άρχισε να χτίζεται αμέσως μετά την καταστροφή του κωνσταντίνειου ναού από πυρκαγιά κατά τη Στάση του Νίκα το 532. Η ιουστινιάνεια Αγία Ειρήνη, που κατέρρευσε μερικώς από σεισμό το 740 και διασώζεται μόνο το κατώτερο τμήμα της, ήταν μια πιο απλή τρουλαία βασιλική, τρίκλιτη, με υπερώα, νάρθηκα και αίθριο. Το κεντρικό κλίτος καλυπτόταν, ανατολικά και δυτικά του τρούλου, με καμάρες, ενώ βόρεια και νότια του τρούλου υπήρχαν αβαθή τόξα με τύμπανα διάτρητα από παράθυρα, ώστε στο εσωτερικό η τρίκλιτη βασιλική απέληγε σε ένα σταυρικό πυρήνα. 2.3. Μορφολογικά χαρακτηριστικά και συμβολικό περιεχόμενο Ως προς τον αρχιτεκτονικό τύπο, η ιουστινιάνεια αρχιτεκτονική σηματοδοτεί το συνδυασμό της βασιλικής με το περίκεντρο οικοδόμημα, ο οποίος κορυφώνεται με μοναδικό τρόπο (και δεν επρόκειτο να επαναληφθεί στη συνέχεια) στην Αγία Σοφία: μια τρίκλιτη βασιλική όπου τα διώροφα πλάγια κλίτη, αρκετά περιορισμένων διαστάσεων, δημιουργούν, μαζί με το νάρθηκα, που περιβάλλει τον κεντρικό, σταυρικά διατεταγμένο τρουλαίο πυρήνα. Αν και ο τρουλαίος σταυρικός πυρήνας δεν ήταν άγνωστος στη ναοδομία του Αιγαίου,29 οι ιουστινιάνειες τρουλαίες βασιλικές της Κωνσταντινούπολης αποτελούν τις απαρχές της βυζαντινής αντίληψης για το χριστιανικό ναό ως φορέα υψηλού θρησκευτικού νοήματος. Στο εξής, η ενότητα του χώρου και η υποτακτική διάταξη των επιμέρους τμημάτων στον κυρίαρχο κεντρικό τρούλο ανταποκρίνεται στην αντίληψη ότι ο ναός είναι ένας μικρόκοσμος, με τον τρούλο να συμβολίζει τον ουρανό, όπου δεσπόζει ο ένας και μοναδικός Θεός.30 Στη νέα αυτή μορφή συνυφαίνονται επίσης με πρωτότυπο τρόπο, και σε σημείο που ποτέ έως τότε δεν είχε επιτευχθεί, στοιχεία της ρωμαϊκής ιδεολογίας με τη βυζαντινή θρησκευτική έκφραση, καθώς ο ρόλος του Ιουστινιανού στο σχεδιασμό και την ανέγερση της Αγίας Σοφίας θεωρείται βέβαιος.31 Η αντικλασική τάση κορυφώνεται κατά την περίοδο αυτή, πράγμα πολύ εμφανές στην τεχνοτροπία των κιονόκρανων και των επίκρανων του Αγίου Πολυεύκτου και της Αγίας Σοφίας, όπου η έμφαση δίνεται σε μια διακοσμητικότητα άσχετη με την οργανική καταγωγή των στοιχείων της διακόσμησης. Η χρήση κιόνων και κιονόκρανων σε δεύτερη χρήση δεν εμποδίζει τη δημιουργία μιας αρμονικής εντύπωσης του όλου, στην οποία τα επιμέρους στοιχεία της σύνθεσης προορίζονται να συμβάλουν κατά τρόπο έμμεσο. Οι πολύχρωμες ορθομαρμαρώσεις, τα ψηφιδωτά και το διάχυτο φως από τα άφθονα παράθυρα δημιουργούν την εντύπωση ότι οι εσωτερικοί χώροι συγχέονται και ο όγκος των στηριγμάτων εξαϋλώνεται. Σε αντίθεση με όλο αυτό το ενδιαφέρον για το εσωτερικό του ναού, κύριο φορέα του θρησκευτικού νοήματος, οι εξωτερικές όψεις παραμένουν αυστηρές και απέριττες, με τον όγκο τους να καλύπτεται σαφώς λιγότερο.32 |
1. Πάντως, οι σημαντικές διαφορές της ρωμαϊκής από τη χριστιανική βασιλική, με πιο προφανείς την αλλαγή της διάταξης από εγκάρσια σε δρομική και τη διατήρηση μιας μόνο από τις δύο αψίδες που υπήρχαν στις ρωμαϊκές βασιλικές, δείχνουν ότι η τάση στο χριστιανικό κτήριο ήταν προς μια νέα μορφή η οποία θα εξυπηρετούσε τους συγκεκριμένους σκοπούς του. Βλ. σχετικά Johnson, M. J., “Architecture of the Empire”, στο Lenski, N. (επιμ.), The Cambridge Companion to the Age of Constantine (New York 2006), σελ. 283-285· Kinney, D., “The Church Basilica”, Acta ad archaeologiam et atrium historiam pertinenta 15 (2001), σελ. 115-135· Γκιολές, Ν., Παλαιοχριστιανική τέχνη: Ναοδομία (200-600) (Αθήνα 1998), σελ. 34-35· Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 51-55. 2. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 119-125. 3. Mango, C., Byzantine Architecture (London 1986), σελ. 42-43. 4. Για τα υποτιθέμενα κωνσταντίνεια ιδρύματα στην Κωνσταντινούπολη βλ. Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 (Αθήνα 2000), σελ. 446-466, με αναλυτικές αναφορές και κριτική στις πηγές· Mango, C., Le développement urbain de Constantinople (IVe-VIIe siècles) (Paris 1985), σελ. 27, 35-36. 5. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 89, 563, σημ. 27. Η υπόθεση ότι ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας άρχισε να χτίζεται επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, το 336 [βλ. Krautheimer, R., “The Constantinian Basilica”, Dumbarton Oaks Papers 21 (1967), σελ. 133, σημ. 61] μάλλον δεν ευσταθεί, βλ. Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 (Αθήνα 2000), σελ. 454. 6. Κατά την εξέγερση που πυροδότησε η καταδίκη του τότε αρχιεπισκόπου Ιωάννη Χρυσοστόμου σε εξορία από την αυτοκράτειρα Ευδοξία. 7. Speck, P., “Konstantins Mausoleum: Zur Geschichte der Apostelkirche in Konstantinopel”, στο Speck, P. (επιμ.), Varia VII: Poikila Byzantina 18 (Bonn 2000), σελ. 113-166. Πρβλ. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 89· Johnson, Μ. J., “Architecture of the Empire”, στο Lenski, N. (επιμ.), The Cambridge Companion to the Age of Constantine (New York 2006), σελ. 294. Για μια σύνοψη των πηγών σχετικά με το μνημείο βλ. Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451, σελ. 457-464, ο οποίος στηριζόμενος στις πηγές τοποθετεί τα εγκαίνια του ναού στο 370, επί Ουάλεντος. Η κυριότερη πηγή για το μνημείο είναι ο Βίος Κωνσταντίνου του Ευσεβίου, IV.58-60. 8. Σύμφωνα με τον Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 89, επρόκειτο για ένα, κι όχι δύο κτίσματα, έναν περίκεντρο ναό σταυρικού τύπου που ανεγέρθηκε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αντίθετα, ο Downey, G., “The Builder of the Original Church of the Apostles of Constantinople. A Contribution to the Critisism of the Vita Constantini attributed to Eusebius”, Dumbarton Oaks Papers 6 (1951), σελ. 53-80, χρονολογεί το μνημείο στα χρόνια του Κωνσταντίου Β΄. Ο Mango, C., “Constantine’s mausoleum and the translation of relics”, Byzantinische Zeitschrift 83 (1990), σελ. 52-58, θεωρεί ότι πρόκειται για δύο οικοδομήματα και ότι ο Ευσέβιος, που περιγράφει ένα περίκεντρο κτήριο, αναφέρεται στο μαυσωλείο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ενώ ο ναός ανεγέρθηκε αργότερα, επί Κωνσταντίου Β΄. 9. Notitia Urbis Constantinopolitanae, στο Seeck, O. (επιμ.), Notitia dignitatum (Berlin 1876, ανατύπωση 1962), σελ. 231-237· Mango, C., Byzantine Architecture (London 1986), σελ. 28. 10. Η χρονολόγηση στα 463 είναι κοινώς αποδεκτή, αλλά ο Mango υποστηρίζει ότι ο ναός χτίστηκε νωρίτερα, πριν από το 454, και μετατράπηκε σε καθολικό της μονής γύρω στο 460, βλ. Mango, C., “The Date of the Studios Basilica”, Byzantine and Modern Greek Studies 4 (1978), σελ. 120-121. Για την αρχιτεκτονική του μνημείου βλ. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 19-28. 11. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 28-33. 12. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 33-39. 13. Mainstone, R. J., Hagia Sophia. Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church (London – Budapest 1988), σελ. 129-142· Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 11-18, όπου υποστηρίζεται και η πρωιμότερη χρονολόγηση των τμημάτων του προϊουστινιάνειου ναού που έχουν ανασκαφεί. Ο Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 133-134, θεωρεί το πρόπυλο μέρος των θεοδοσιανών επισκευών. Για τις ανασκαφές στην Αγία Σοφία βλ. Schneider, Α. Μ., Die Grabung im Westhof der Sophienkirche (Istanbuler Forschungen XII, Berlin 1941). 14. Γκιολές, Ν., Παλαιοχριστιανική τέχνη: Ναοδομία (200-600) (Αθήνα 1998), σελ. 43. 15. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 38. 16. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 17 και 16, εικ. 2. 17. Για μια ερμηνεία αυτών των στοιχείων σύμφωνα με το πρωτοβυζαντινό λειτουργικό τυπικό, βλ. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 105-125, όπου σχολιάζεται η πληθώρα εισόδων στους ναούς της πρωτεύουσας αυτής της περιόδου, ακόμη και από την ανατολική πλευρά, ως ενδεικτική μιας πιο μαζικής Λειτουργίας, ενώ τα υπερώα ερμηνεύονται ως ο χώρος των κατηχουμένων, εξ ου και η άμεση πρόσβαση σε αυτά από το εξωτερικό του ναού. Όσο για τα κλίτη, δεν είναι ξεκάθαρο τι σκοπό εξυπηρετούσαν ακριβώς. Πρβλ. και Mango, C., Byzantine Architecture (London 1986), σελ. 42-43. Γενικά για τα χαρακτηριστικά της προϊουστινιάνειας ναοδομίας στην Κωνσταντινούπολη βλ. επίσης Mainstone, R. J., Hagia Sophia. Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church (London – Budapest 1988), σελ. 143-144. 18. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 133-135. 19. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 105-110, 119-125, 179. 20. Mathews, T. F., The Early Churches of Constantinople. Architecture and Liturgy (University Park, Pennsylvania – London 1971), σελ. 61. 21. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 258-264· Mainstone, R. J., Hagia Sophia. Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church (London – Budapest 1988), σελ. 185-218· Taylor, R., “A Literary and Structural Analysis of the First Dome of Justinian’s Hagia Sophia, Constantinople”, Journal of the Society of Architectural Historians 55 (1996), σελ. 66-78· Buchwald, H., “St. Sophia. Turning point in the development of Byzantine Architecture?”, στο Hoffman, V. (επιμ.), Die Hagia Sophia in Istanbul (Bern 1997), σελ. 29-48. 22. Harrison, R. M., “The church of St. Polyeuctos”, στο Harrison, R.M. – Firatli, N., Excavations at Saraçhane in Istanbul 1: The excavations, structures, architectural decoration, small finds, coins, bones and molluscs (Princeton 1986), σελ. 405-420· Harrison, R. M., A Temple for Byzantium. The Discovery and Excavation of Anicia Juliana’s Palace-Church in Istanbul (London 1989). Ως προς την ύπαρξη τρούλου, πάντως, υπάρχουν ακόμα αμφιβολίες, βλ. Buchwald, H., “St. Sophia. Turning point in the development of Byzantine Architecture?”, στο Hoffman ,V. (επιμ.), Die Hagia Sophia in Istanbul (Bern 1997), σελ. 43, αλλά και Harrison, R. M., “The church of St. Polyeuctos”, ό.π., σελ. 406. 23. Βλ. Harrison, R. M., A Τemple for Byzantium. The Discovery and Excavation of Anicia Juliana’s Palace-Church in Istanbul (London 1989), σελ. 36-41· Mainstone, R. J., Hagia Sophia. Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church (London – Budapest 1988), σελ. 147-148. 24. Alchermes, J. D., “Art and Architecture in the Age of Justinian”, στο Maas, M. (επιμ.), The Cambridge Companion to the Age of Justinian (Cambridge – New York 2005), σελ. 361-362· Svenshon, Η. – Stichel, R. H. W., “Neue Beobachtungen an der ehemaligen Kirche der Heiligen Sergios und Bakchos (Küçük Ayasofya Camisi) in Istanbul”, Istanbuler Mitteilungen 50 (2000), σελ. 389-409. Σχετικά με το ενδεχόμενο να επρόκειτο για ναό που χτίστηκε στη θέση μαρτυρίου (εξ ου ίσως και το περίκεντρο σχήμα), βλ. Bardill, J., “The Church of Sts Sergius and Bacchus in Constantinople and the Monophysite Refugees”, Dumbarton Oaks Papers 54 (2000), σελ. 1-11, όπου υποστηρίζεται εκ νέου, αν και με κάποιες παραλλαγές, η άποψη του Mango σχετικά με τη χρήση του ναού από μονοφυσιτική κοινότητα υπό την προστασία της Θεοδώρας. 25. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 255-256· Mainstone, R. J., Hagia Sophia. Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church (London – Budapest 1988), σελ. 157. 26. Mainstone, R. J., Hagia Sophia. Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church (London – Budapest 1988), σελ. 85-91, 213-217. 27. Καταστράφηκε οριστικά το 1469, για να οικοδομηθεί στη θέση του το Fatih Camii. 28. Dark, K. – Özgümüș, F., “New evidence for the Byzantine church of the Holy Apostles from Fatih Camii, Istanbul”, Oxford Journal of Archaeology 21:4 (2002), σελ. 393-413· Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 299-301. 29. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 297. 30. Μπούρας, Χ., Ιστορία της Αρχιτεκτονικής 2: Αρχιτεκτονική στο Βυζάντιο, το Ισλάμ και τη Δυτική Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα (Αθήνα 1994), σελ. 32, 108-109· Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 271. Πρβλ. McVey, K., “The Domed Church as Microcosm. Literary Roots of An Architectural Symbol”, Dumbarton Oaks Papers 37 (1983), σελ. 91, 118-119. 31. Alchermes, J. D., “Art and Architecture in the Age of Justinian”, στο Maas, M. (επιμ.), The Cambridge Companion to the Age of Justinian (Cambridge – New York 2005), σελ. 343· Mainstone, R. J., Hagia Sophia. Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church (London – Budapest 1988), σελ. 151-154· Buchwald, H., “St. Sophia. Turning point in the development of Byzantine Architecture?”, Hoffman, V. (επιμ.), Die Hagia Sophia in Istanbul (Bern 1997), σελ. 37-46. 32. Μπούρας, Χ., Ιστορία της Αρχιτεκτονικής 2: Αρχιτεκτονική στο Βυζάντιο, το Ισλάμ και τη Δυτική Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα (Αθήνα 1994), σελ. 31-33, 109, 120-121. Πρβλ. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 264-265. |